Εθισμός και συναισθηματική λογική

2021-10-11

Ο εθισμός αρχίζει σαν μια συναισθηματική ψευδαίσθηση που εδραιώνεται στον εθισμένο πριν το περιβάλλον του ή και ο ίδιος ο εθισμένος συνειδητοποιήσει ότι έχει δημιουργήσει μια εθιστική σχέση. Ο εθισμένος αρχίζει να χτίζει ένα αμυντικό σύστημα για να προστατεύσει το εθιστικό σύστημα αξιών από τυχόν επιθέσεις των άλλων, αλλά μόνο αφού ο εθισμός έχει ιδρυθεί σε ένα συναισθηματικό επίπεδο. Σε ένα διανοητικό επίπεδο σκέψης, ο εθισμένος ξέρει πως ένα αντικείμενο δεν μπορεί να φέρει συναισθηματική πληρότητα. Οι αλκοολικοί έχουν ακούσει το παλιό ρητό «δεν μπορείς να καταφύγεις σε ένα μπουκάλι». Οι εργασιομανείς ξέρουν ότι «στη ζωή υπάρχουν και άλλα πράγματα εκτός από την εργασία». Αυτοί που ξοδεύουν παθολογικά κατανοούν πως «το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία».

Η αρρώστια του εθισμού αρχίζει πολύ βαθιά μέσα στο άτομο και υποφέρει σε ένα συναισθηματικό επίπεδο. Η εγγύτητα, θετική ή αρνητική, είναι μια συναισθηματική εμπειρία που δεν μπορεί να αξιολογηθεί λογικά. Ο εθισμός είναι μια συναισθηματική σχέση με ένα αντικείμενο ή κατάσταση, μέσα από το οποίο ο εθισμένος προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες του για εγγύτητα και οικειότητα. Ιδωμένη κάτω από αυτό το πρίσμα, η λογική του εθισμού αρχίζει να γίνεται ξεκάθαρη. Όταν ο παθολογικός φαγάς είναι λυπημένος, τρώει για να νιώσει καλύτερα. Όταν οι αλκοολικοί αρχίζουν να χάνουν τον έλεγχο με το θυμό τους, πίνουν ένα-δυο ποτά για να ανακτήσουν τον έλεγχο.

Ο εθισμός είναι πολύ λογικός και ακολουθεί μια λογική πορεία, όμως η πορεία αυτή βασίζεται σε αυτό που ονομάζω συναισθηματική λογική, όχι διανοητική λογική. Ένα άτομο που θα προσπαθήσει να κατανοήσει τον εθισμό με την διανοητική λογική θα μπερδευτεί και θα αισθανθεί πως ο εθισμένος τον χειρίζεται. Αυτός είναι εν μέρει ο λόγος που η ατομική θεραπεία (συζήτηση ένας προς έναν μόνο με έναν σύμβουλο και χωρίς ομάδα υποστήριξης) είναι τόσο αναποτελεσματική στο να πείσει τον εθισμένο να σταματήσει τις εθιστικές, καταστροφικές του σχέσεις.

Με δυο λόγια θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τη συναισθηματική λογική με την φράση «θέλω αυτό που θέλω και το θέλω τώρα». Οι συναισθηματικές ανάγκες δίνουν την αίσθηση ότι είναι επείγουσες και αναγκαστικές. Το έργο της συναισθηματικής λογικής είναι να ικανοποιήσει αυτήν την κατεπείγουσα ανάγκη ακόμα και αν δεν είναι προς συμφέρον του ατόμου.

Παράδειγμα, ένας τζογαδόρος λέει στον εαυτό του πως δε θα παίξει άλλο αυτήν την εβδομάδα. Σύντομα όμως, περνάει μια δύσκολή μέρα στη δουλειά και νιώθει άβολα, οπότε κοιτάει το πρόγραμμα των ιπποδρομιών για να ησυχάσει τα συναισθήματά του, συνεχίζοντας να λέει στον εαυτό του πως δεν θα παίξει αυτήν την εβδομάδα. Καθώς εξετάζει το πρόγραμμα, αρχίζει να αφουγκράζεται την συναισθηματική λογική που του λέει πως βρήκε ένα σίγουρο για να στοιχηματίσει. «Πως δεν το είχα δει αυτό;» αναρωτιέται. «Θα ήμουν τελείως τρελός να χάσω αυτήν την ευκαιρία!». Έτσι, διχάζεται μέσα του - μια πλευρά πιστεύει σε αυτό το σίγουρο και η άλλη πλευρά να του θυμίζει την υπόσχεση του να μην παίξει άλλο την υπόλοιπη εβδομάδα. Μέσα του η συναισθηματική πίεση ανεβαίνει. Επειδή ο εθισμός αφορά στην βαθιά υποταγή να ικανοποιηθούν οι συναισθηματικές πιέσεις, θα πρέπει τελικά να ενδώσει στον πόθο του, ειδικά αφού έχει πείσει τον εαυτό του ότι θα ήταν κουτό να χάσει αυτήν την ευκαιρία.

Η συναισθηματική λογική βάζει τον εθισμένο αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον εαυτό. Στο βιβλίο Αλκοολικοί Ανώνυμοι υπάρχει μια παράγραφος που λέει: «Θυμηθείτε πως έχουμε να κάνουμε με το αλκοόλ - πονηρό, πολύπλοκο, ισχυρό!». Αυτός είναι ένας από τους πιο αληθινούς τρόπους να περιγράψουμε τη συναισθηματική λογική που συναντάται σε όλους τους εθισμούς: πονηρή, πολύπλοκη, ισχυρή.

Ο εθισμός είναι κάτι περισσότερο από σχέσεις βολέματος

Συχνά, οι σχέσεις μας με αντικείμενα ή καταστάσεις είναι «σχέσεις βολέματος», εννοώντας ότι χειριζόμαστε τα αντικείμενα για την βολή μας, για να κάνουμε τη ζωή μας πιο εύκολη και πιο άνετη. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν σχέσεις βολέματος με τα πιο πολλά από τα αντικείμενα από τα οποία ο εθισμένος εξαρτάται - φαγητό, ψώνια, αλκοόλ. Φυσιολογικά αυτές οι σχέσεις όπου δεν δημιουργείται συναισθηματικό δέσιμο ή ψευδαίσθηση εγγύτητας και οικειότητας. Για τους εθισμένους όμως, το αντικείμενο ή το γεγονός αρχίζει να γίνεται όλο και πιο σημαντικό καθώς προσπαθούν να ικανοποιήσουν μέσα από τη σχέση τους με αυτό τις ανάγκες τους για συναισθηματική κάλυψη και οικειότητα. Σταδιακά, γίνεται η πρωταρχική τους συναισθηματική σχέση. Επειδή βιώνουν αλλαγή της διάθεσης, αρχίζουν να πιστεύουν πως οι συναισθηματικές τους ανάγκες έχουν καλυφθεί. Αυτό είναι ψευδαίσθηση.

Από τη στιγμή που ένα άτομο θα αρχίσει να στρέφεται προς ένα αντικείμενο για να βρει συναισθηματική ισορροπία, χτίζει τα θεμέλια μιας εθιστικής σχέσης με αυτό. Ο δικός μου ορισμός του εθισμού που είναι μια παραλλαγή του ορισμού που υπάρχει στο πεδίο του εθισμού, είναι ο εξής: εθισμός είναι μια παθολογική σχέση αγάπης και εμπιστοσύνης με ένα αντικείμενο, γεγονός, ή κατάσταση.

Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Κάτι που είναι παθολογικό ξεφεύγει από την υγιή ή φυσιολογική κατάσταση. Όταν περιγράφουμε κάποιον σαν άρρωστο, εννοούμε πως αυτό το άτομο έχει απομακρυνθεί από αυτό που θεωρείται «φυσιολογικό». Άρα η λέξη παθολογικό σημαίνει αφύσικο. Συνεπώς, ο εθισμός είναι μις αφύσικη σχέση με ένα αντικείμενο ή κατάσταση.

Όλα τα αντικείμενα έχουν μια φυσιολογική, κοινωνικά αποδεκτή λειτουργία: το φαγητό τρέφει, ο τζόγος είναι για διασκέδαση και συγκινήσεις, τα φάρμακα βοηθάνε στην αντιμετώπιση του πόνου ή στο να ξεπεραστεί μια αρρώστια. Όποιος χρησιμοποιεί αυτά τα αντικείμενα με αυτούς τους σκοπούς, θα αντιμετωπιζόταν σα να έχει μια φυσιολογική, υγιή σχέση με αυτά. Στον εθισμό όμως, ο εθισμένος αποχωρεί από τη φυσιολογική και κοινωνικά αποδεκτή λειτουργία του αντικειμένου και δημιουργεί μια παθολογική ή αφύσικη σχέση με αυτό. Το φαγητό, ο τζόγος ή τα φάρμακα αποκτούν νέα λειτουργία: ο εθισμένος αναπτύσσει μια σχέση με το γεγονός ή το αντικείμενο, ελπίζοντας να καλύψει τις ανάγκες του. Αυτός είναι ο παραλογισμός του εθισμού, επειδή φυσιολογικά, οι άνθρωποι καλύπτουν τις ανάγκες τους για οικειότητα και συναισθηματική κάλυψη μέσα από ένα ισορροπημένο συνδυασμό κοντινών σχέσεων με άλλους ανθρώπους, τον εαυτό τους, την κοινότητα και μια Ανώτερη Δύναμη.